Μιλένα

Ντύσου χρυσή βροχή
και πέτα ως της Όχης τα βουνά.
Εκεί,
θα βρεις σε μια σπηλιά
κρυμμένη μια νεράιδα.
Να την ποτίσεις με τ’ αθάνατο νερό.
Έχει πολλά για σένα φυλαγμένα
Μόνο που τα’ χει ξεχασμένα στο σκοτάδι.
Με τους χρυσούς ιριδισμούς σου εσύ θα τα φωτίσεις.
Μη φοβηθείς να την αγγίξεις.
Είναι από ύλη μαλακή.
Θα σου χαρίσει στο χρυσάφι σου μορφή.
Δεν έχει τρόπο να το εξηγήσει.
Δεν είναι μαθημένη.
Η φύση της μόνο τη δένει, την προσμένει.
Ντύσου χρυσή βροχή.
Μόλις σε δει θα παρει σάρκα και οστά.
Σε περιμένει αμίλητη.
Μόλις σε δει θα σου μιλήσει.